Τρίτη, 3 Μαρτίου 2009

ΟΛΙΒΕΡ ΤΟΥΙΣΤ



Ο Όλιβερ Τουίστ ανήκει στη λογοτεχνία για παιδιά. Ο Όλιβερ Τουίστ γεννήθηκε στο άσυλο των φτωχών μιας μεγάλης πόλης. Γεννήθηκε στα μέσα του προηγούμενου αιώνα. Η νεαρή γυναίκα που τον έφερε στον κόσμο, ξεψύχησε λίγα λεπτά αργότερα. Η γριά μαμή τον τύλιξε σε παλιές πάνες και μπαλωμένες και τον εγκατέλειψε σ ’ένα λερωμένο στρωματάκι να κλάψει με την ησυχία του. Πράγματι το παιδί άρχισε να κλαίει με όλη του τη δύναμη, λες και γνώριζε ότι μπροστά του ανοιγόταν μια ζωή δύσκολη και σκληρή.

Τα πρώτα χρόνια αυτής της δύστυχης ζωής , ο Όλιβερ τα πέρασε στο σπίτι της κυρίας Μαν. Σε αυτή τη γυναίκα είχε εμπιστευτεί το συμβούλιο της ενορίας, για να τον μεγαλώσει. Εκεί ο μικρός μεγάλωνε μαζί με άλλα ορφανά που ζούσανε στο ίδιο σπίτι. Το φαγητό τους ήταν λιγοστό και οι τιμωρίες αρκετές.

Την ημέρα που ο Όλιβερ έκλεινε τα εννιά του χρόνια ήταν κλεισμένος μαζί με δύο από τους φίλους του στο κελάρι με τα κάρβουνα. Αυτή ήταν η τιμωρία τους επειδή είχαν τολμήσει να παραπονεθούν ότι πεινούσαν!

Η κυρία Μαν καθόταν στο σαλόνι και έτρωγε το γλυκό της, όταν είδε κάποιον να πλησιάζει. Ήταν ο κύριος Μπάμπλ, ο επίτροπος της ενορίας. Η κυρία Μαν πρόσταξε τη Σουζάνα, να περιποιηθεί, να ταΐσει και να κατεβάσει τον Όλιβερ στο σαλόνι. Έτσι κι έγινε. Ήταν η μέρα που ο Όλιβερ θα έφευγε για το άσυλο. Εκεί θα δούλευε μαζί με τα άλλα ορφανά. Ο κύριος Μπάμπλ χαιρέτησε την κυρία Μαν, πήρε τον Όλιβερ και ξεκίνησαν για το άσυλο. Στο άσυλο ο Όλιβερ έμαθε ότι δεν είχε γονείς.

Μετά από τρεις μήνες ο Όλιβερ ΄΄ τόλμησε ΄΄ να ζητήσει λίγο φαγητό παραπάνω και αυτή ήταν η αιτία να τον διώξουν και να πάει να δουλέψει για έναν μάστορα.

Ο Όλιβερ πιάνει δουλειά σε ένα νεκροθάφτη. Εκεί όμως η τύχη του δεν αλλάζει. Έτσι, μετά από τρεις ημέρες αναγκάζετε να το σκάσει. Φτάνει τρέχοντας στο Λονδίνο. Εκεί περιπλανιέται για αρκετές ημέρες νηστικός, ώσπου, βλέπει να τον κοιτάει καλά καλά ένα αγόρι από το απέναντι πεζοδρόμιο.

Το αγόρι τον πλησίασε! Ήταν φιλικός! Του μίλησε και συστήθηκαν. Το αγόρι αυτό έδωσε στον Όλιβερ ένα μήλο και μία φέτα ψωμί μέσα σ’ ένα αριστοκρατικό μαντήλι. Το όνομα του παιδιού ήταν Τσάρλι. Ο Όλιβερ τον ευχαρίστησε και ο Τσάρλι του έδωσε ένα ποτήρι νερό. Μετά απ’ όλα αυτά ο Όλιβερ στάθηκε ξανά στα πόδια του. Ήταν ήδη πολύ καλύτερα από πριν. Ο Τσάρλι πήρε τον Όλιβερ από το χέρι και του είπε να τον ακολουθήσει στο σπίτι του. Όταν έφτασαν ο Όλιβερ συνειδητοποίησε ότι βρισκόταν σ’ ένα σπίτι παλιό, έτοιμο να γκρεμιστεί, σκοτεινό και πολύ βρόμικο. Ο Όλιβερ δεν τρόμαξε! Το υπόγειο στο οποίο τον κλείδωναν μέχρι τα εννιά του χρόνια ήταν πολύ χειρότερο απ’ αυτό εδώ το ετοιμόρροπο σπίτι.

Ανάμεσα στα ορφανά ήταν κι ένας άντρας γύρω στα 70. Ο Όλιβερ τον παρατήρησε καλά και πρόσεξε ότι αυτό που μάθαινε στα παιδιά δεν ήταν κάποιο τραγούδι ή κάποιο παιχνίδι, όπως θα έπρεπε να μαθαίνουν στην ηλικία τους, αλλά το πώς να κλέβουν τους πλούσιους. Ο μικρός Όλι τα έχασε, παρ’ όλα αυτά δεν σχολίασε. Την ώρα εκείνη μπήκαν μέσα στο σπίτι δύο καινούρια πρόσωπα. Ήταν ο Μπίλ Σάικς και η Νάνσυ. Ο Μπίλ ήταν άγριος με πολλά γένια. Η Νάνσυ ήταν ψηλή, αδύνατη, κάτασπρη, φιλική μα πολύ φοβισμένη. Είχαν έρθει για να μιλήσουν με το γέρο.

Ο καιρός περνούσε και ο Όλι ήταν πια μαθητής του γέρου. Αφού είχαν περάσει τρεις εβδομάδες, ο Όλι βγήκε στο δρόμο. Ο φίλος του ο Τσάρλι ήταν έτοιμος να κλέψει έναν αριστοκράτη, όταν εκείνος τον κατάλαβε κι άρχισε να φωνάζει. Ο Τσάρλι ξέφυγε, όμως ο Όλιβερ δεν ήξερε τους δρόμους και έμεινε ακίνητος. Οι αστυνόμοι νόμιζαν ότι ο κλέφτης ήταν ο Όλι. Τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν στο δικαστήριο. Εκεί βλέποντας τον καλύτερα ο αριστοκράτης απέσυρε τις κατηγορίες, και τον πήρε να ζήσουν μαζί. Ο Όλι ζούσε μια πλουσιοπάροχη ζωή, ώσπου μια μέρα ο γέρος και ο Μπιλ έστειλαν τη Νάνσυ να πει στον κύριο Μπράνλοου ότι ήταν η αδερφή του Όλιβερ, ότι τον έψαχναν εδώ και καιρό και ότι τους έλλειπε πολύ! Έτσι και έγινε. Η Νάνσυ ξεκίνησε παρά τις αρχικές της αντιρρήσεις. Όταν έφτασε εκεί βρήκε τον κύριο Μπράνλοου και του είπε όλα αυτά που της είχαν πει στο σπίτι ο Μπιλ και ο γέρος. Έτσι κατάφερε να πάρει πίσω τον Όλι. Ο Όλι ήταν για μια ακόμη φορά δυστυχισμένος. Η Νάνσυ έφτασε με τον Όλι μέχρι ένα σημείο και ύστερα σταμάτησε κάτω από μια γέφυρα και του τα είπε όλα. Ο μικρός έμεινε ακίνητος για λίγο κοιτώντας τη Νάνσυ και σε λίγα λεπτά έμπηξε τα κλάματα, λυπόταν αφάνταστα γι΄αυτό που θα συνέβαινε στη Νάνσυ αν δεν την ακολουθούσε πιστά μέχρι το σπίτι. Η Νάνσυ βλέποντας τον μικρό Όλι να έχει χάσει το χρώμα του έμπηξε κι εκείνη τα κλάματα. Έπειτα είπε στον Όλιβερ να τρέξει να σωθεί και να μην κοιτάξει πίσω του. Ο Όλι γρήγορα απομακρύνθηκε αφού πρώτα φίλησε τη Νάνσυ.

Όταν η Νάνσυ γύρισε πίσω την περίμεναν φρικτές ώρες. Ο Μπιλ την ξυλοκόπησε μέχρι θανάτου, αλλά εκείνη ήξερε ότι είχε κάνει το σωστό. Ο Όλι έτρεξε τόσο γρήγορα και ασταμάτητα από το φόβο του που σε λίγα λεπτά είχε βρεθεί στην πόλη. Αναζήτησε για πολύ ώρα τον κύριο Μπράνλοου μέσα στη πόλη ώσπου κάποια στιγμή έχασε τις ελπίδες του. Ξαφνικά γύρισε το κεφάλι του δεξιά και συνειδητοποίησε ότι βρισκόταν μπροστά στο σπίτι του κυρίου Μπράνλοου που τόση ώρα αναζητούσε. Έτρεξε και χτύπησε το κουδούνι της μεγάλης εκείνης πόρτας. Του άνοιξε η κυρία Μέιλι που τόσο αγαπούσε. Εκείνη τον αγκάλιασε και φώναξε τον κύριο Μπράνλοου κλαίγοντας. Ο κύριος Μπράνλοου τινάχθηκε από την καρέκλα τρομαγμένος, αλλά όταν αντίκρισε τον Όλι, η τρομάρα έγινε απέραντη ευτυχία. Του εξήγησε πως το Τσακάλι ο Τσάρλυ φοβήθηκε βλέποντας τον γέρο Εβραίο και τον Σάικς στη κρεμάλα, που αποφάσισε να ζήσει τίμια τη ζωή του. Στην αρχή, βέβαια, δυσκολεύτηκε. Αλλά γερό και έξυπνο παιδί καθώς ήταν, δεν άργησε σιγά-σιγά να προκόψει.

Τα δειλινά της άνοιξης όταν ο καιρός είναι γλυκός ο κύριος Μπράνλοου βγαίνει περίπατο με το φίλο του, τον κύριο Γκρίμγουιγκ. Και συχνά πυκνά η κουβέντα τους γυρίζει στο βράδυ εκείνο, που αμίλητοι οι δυο τους περίμεναν να γυρίσει ο Όλιβερ από το βιβλιοπωλείο. «Θυμάσαι, Γκρίμγουιγκ;» πειράζει το φίλο του ο κύριος Μπράλνοου. «Θυμάσαι το στοίχημα που είχαμε βάλει;».

«Το θυμάμαι, βέβαια!» απαντάει ο κύριος Γκρίμγουιγκ. «Και αν θέλεις να ξέρεις, φίλε μου … εκείνο το στοίχημα το έχασες! Γιατί ο Όλιβερ δε γύρισε τότε που τον περιμέναμε! Γύρισε πολύ πολύ αργότερα!».